x-over

Οξειδωμένες αντιδράσεις ανύποπτου χρόνου
σε άτοπες στιγμές ολοκλήρωσης,
καθώς πετάς μ’ ορμή τον λίθο εκεί
εντός του ύδατος και στέκεις
μ’ επιλογή να μην καθίσεις για πολύ
στο ξύλινο παγκάκι που έχτισαν για να θωρείς
γιατί ο φράχτης τελικά σε εμποδίζει ν’ αγναντεύεις
γι’ αυτό και στέκεις..
ώσπου να δύσει.
Και φαίνεται αιώνας ο χρόνος δύσης
και βλέπεις από μακρυά τον εαυτό σου
να έχει κι όλας στρίψει, κρατώντας το κεφάλι και το βλέμμα στα δεξιά
ακόμη
ενώ ευθεία στέκεις
και όμως
έχεις φύγει
για αλλού
“Just jump in”, θυμάσαι την φωνή του Ξένου
μα οικείου οδοιπόρου
“A mermaid wouldn’t fear the sea”, απάντησες εσύ
και έδωσες το βήμα για την ώθηση που πάγωσε τον χρόνο λεκτικά
στην πρώτη φράση
τελικά

“Περπάτησες ξανά”, συνέχισες την θύμηση ξανά
και έφτασες στο άλλο άκρο
που ενώνεται με τ’ άλλο
κοντά στην εκκλησία που ίσως να ονειρεύτηκες εκείνον τον Φλεβάρη
τότε που το ποτάμι έρεε από τα δεξιά προς τα αριστερά
κι υμένας σκέπαζε το βλέμμα του Απέναντι
Και τ’ Άλλο άκρο έφτασε άξαφνα νωρίς
ενώ για περισσότερη διάρκεια υπολόγιζες την στράτα
αυτόν τον χωματόδρομο που μύριζε ζωή
που ήθελες και θέλεις με χώμα αιώνων να λουστείς
να γεννηθείς
να σβήσεις
το τσιγάρο και να σηκωθείς
να τρέξεις
να σωθείς
να αποΔράσεις από Αδράνεια οκνυρή
ν’ αδράξεις λίθο και ευχή να τον βαφτίσεις μέσα στο κύμα
με όλη σου την δύναμη κι ορμή,
από την άλλη άκρη
απ’ άκρη σ’ άκρη
και πέρασες λοιπόν το μονοπάτι, το ποτάμι ή όπως το ορίζεις στην αφή
και έφτασες στο Άλλο που συνδέει το άλλο Άλλο
και έκοψες ταχύτητα απότομα
όταν αντίκρυσες την τρύπια Πύλη
και την Ελεύθερη να την διαβείς
και να βραχείς αν θέλεις
πόσο το θέλεις;
πότε το θέλεις;
απλά να πέσεις πάνω στα βράχια και στις μύτες τους τις κοφτερές;
χωρίς να βλέπεις τί καλύπτει το νερό και το ιώδιο
χωρίς να βλέπεις την αρχή του υλικού
και την μορφή που κάποτε ήταν λεία
μα τώρα στέκει Λεία του ανέμου και του αλατιού
κι ενώνει ό,τι θες να αποσπάσεις…
να ξεχωρίσεις με φροντίδα και μελέτη την ουσία
Θες να το πιάσεις και να μυρίσεις την σκουριά
θες να την γλύψεις και να αισθανθείς τα χημικά στοιχεία
Θες να λουστείς με Φως και Χρώμα
να τυφλωθείς και να καείς από την ζέστη
αφού το ίδιο αποτέλεσμα σού δίνει και το ψύχος
και το μη Χρώμα του Λευκού που σε παγώνει
και μόνο ακτίνες κυανές αφήνει να ορείς για να κοιμάσαι
με οφθαλμούς στραμμένους κι ανοιχτούς στον φόβο
που θες πια να νικήσεις
να κατακτήσεις
να πιάσεις απ’ τα κέρατα
να “ξεζουμίσεις” -πες το!-, και να ζήσεις
να αγκαλιάσεις το πλαγκτόν και το κενό
το άϋλο που εισπνέεις
τ’ οξυγόνο
που διαβρώνει τον κάθε βράχο
το κάθε σου συναίσθημα αλλάζει
όπως φυσάς τα λέπια και τις στάχτες
εκείνης της ανάσας που χαϊδεύει το κρανίο και το σβέρκο σου
χωρίς να αντιδράς
χωρίς αντίρρηση να φέρεις
απλά ν’ αφήνεσαι στο κύμα του αστερισμού
σαν τον μικρό ασιάτη ήρωα που θαύμαζες παιδί
αυτόν που αγκάλιαζε τον δράκο που πετούσε στο διάστημα
και γέλαγες και έπιανες μ’ αγάπη και με πίστη τα πτερύγια
κι ο άερας της πορείας εμύριζε κάτι σαν ρεύμα αστρικό
και πέρναγαν από δίπλα σου πλανήτες με ακτίνες ιωδίου και μετάλλων και πλατάνων που δεν συνάντησες αλλού
ακτίνες που μυρίζανε σκουριά, μα από ζάχαρη και μέλι ήταν φτιαγμένοι
αρχαίο ήλεκτρον που φέρει ακόμη την ζωή κι ενώνει άκρα, χρώματα και κύμα
ωσάν το ρήμα
Ζω
και κλαίω
καθώς οι ακτίνες του φορτίζουν την Ευχή μου εκεί
σ’ Αφετηρία νέου Δρόμου
κι όμως γνωστού και δε-δομένου (χρόνια)
~ μα η ανάσα επιταχύνει όσο θωρώ την ζωντανή Εικόνα
που κάποτ’ ονειρεύτηκα στο υπόγειο
με κόμπο για παλμό
τώρα νερό πηγής ηχεί
και μπρος και πίσω
και με παλμό για νήμα
και πίσω
και εμπρός,
πιάσε το σίδερο και γλύψτο
και φίλησέ το
και βούτηξε στο φως…

…πώς και γιατί το Ελεύθερο σε καρτερά
κι απεγνωσμένο θέλει να λυθεί
και όχημά σου να γενεί
Σε θαύμασε | Σε ζήλεψε [το είδες;..
…το θυμάσαι (;) !
Περήφανα, ειλικρινώς, με μάτια όλο αλήθεια
Αγκάλιασέ το, χάϊδεψέ το, λύσ’ το
τρέξε
μαζί του
και βούτηξε στο φως…


thoughts crossed over by
anna  stereopoulou ~
january 8th, 2017


%d bloggers like this: